Άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στους      και την Έλλη Αυξεντίου.

 

Η Δωρίτα Μαρκαντώνη, είναι εκπαιδευτικός – συγγραφέας και εισηγήτρια σε θέματα σχολικού εκφοβισμού.

Σήμερα, η κυρία Μαρκαντώνη αναλύει στους «Πρωταγωνιστές» την εσκεμμένη ηθική παρενόχληση στους χώρους εργασίας, με στόχο την αποπομπή του ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων από το εργασιακό γίγνεσθαι, κοινώς γνωστό πλέον ως mobbing αλλά και για το πως η κοινωνία της Κύπρου, μπορεί να γίνει πιο βιώσιμη και πιο ανθρώπινη και για το πως θα εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας, για το δικό τους αύριο.

«Τελικά, ένα και μόνο χελιδόνι μπορεί να φέρει την Ανοιξη».  Έτσι και μια καταγγελία – κατάθεση ψυχής, ήταν αρκετή για να ταρακουνήσει συθέμελα μια σαθρή και -όπως φαίνεται-  κακώς εδραιωμένη πραγματικότητα.

Ο εργασιακός εκφοβισμός ή αλλιώς «το σύνδρομο mobbing» είναι μία μάστιγα η οποία δυστυχώς υπάρχει. Τον συναντά κανείς σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα – δεν κάνει διακρίσεις. Εντοπίζεται στον δημόσιο τομέα, στον ιδιωτικό τομέα, στον καλλιτεχνικό χώρο, στον χώρο του αθλητισμού, σε υψηλά αμειβόμενα επαγγέλματα, σε χαμηλά αμειβόμενα επαγγέλματα – παντού», εξηγεί η εκπαιδευτικός – συγγραφέας, εισηγήτρια σε θέματα σχολικού εκφοβισμού, κυρία Δωρίτα Μαρκαντώνη.

Και συνεχίζει:

«Οι επιπτώσεις του είναι τραγικές, αν συνυπολογίσει κανείς ότι εξαιτίας του υπάρχουν άτομα που οδηγούνται σε οδυνηρές καταστάσεις. Κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, χαμηλή αυτοεκτίμηση και διάφορα ψυχοσωματικά προβλήματα είναι μόνο μερικά από τα κατάλοιπα που μπορεί να συνοδεύουν τα θύματά του για μια ζωή.

Ο πόνος για τα όσα άσχημα βίωσαν στον εργασιακό τους χώρο ήταν σοκαριστικά έκδηλος στο βλέμμα των ατόμων που προσφάτως μίλησαν δημόσια για τη λεκτική βία, την υποτίμηση, τη σωματική βία, τις απειλές και ό,τι άλλο είχαν υποστεί από τους θύτες στον χώρο εργασίας τους. Ακόμη και με το μισό πρόσωπο κρυμμένο πίσω από τη μάσκα, το βλέμμα τους μαρτυρούσε ότι όσος καιρός κι αν πέρασε, όλο αυτό που βίωσαν έγραψε πολύ άσχημα και άφησε πολύ πόνο μέσα τους».

Η κα Μαρκαντώνη προσθέτει ότι «στην προκειμένη περίπτωση, οι θύτες ήταν οι προϊστάμενοί τους, ή άτομα τα οποία διαδραμάτιζαν ρόλο στο αν τα θύματα θα είχαν ή όχι δουλειά. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα, στη θέση του θύτη βρίσκονταν άτομα τα οποία τα θύματα θαύμαζαν κι εκτιμούσαν πριν συνεργαστούν μαζί τους. Άτομα με κύρος και με επαγγελματικά επιτεύγματα, τα οποία κατείχαν θέσεις – κλειδιά.

Η θέση και η δύναμη των θυτών ήταν αυτό που λειτουργούσε ανασταλτικά στο να μιλήσουν και να καταγγείλουν αυτό που τους συνέβαινε. Είναι λοιπόν σε αυτό ακριβώς το σημείο που χρειάζεται να τονιστεί για ακόμη μια φορά το πόσο σημαντικό είναι το να μιλάνε τα θύματα. Χρειάζεται να περάσουμε πλέον στη φιλοσοφία του «φτάνει πια» και τα θύματα να καταθέτουν και να αναφέρουν αυτά τα οποία έχουν συμβεί. Είναι μια φιλοσοφία την οποία χρειάζεται να υιοθετήσουμε ως κοινωνία και να μεγαλώσουμε με αυτήν και τα παιδιά μας. Όπως πάντοτε αναφέρω χαρακτηριστικά για τον σχολικό εκφοβισμό – ο οποίος σε αρκετά σημεία παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τον εργασιακό – το σημαντικότερο βήμα για ένα θύμα είναι το να βρει τηδύναμη και την τόλμη να μιλήσει!

Πέραν όμως της φιλοσοφίας των θυμάτων που χρειάζεται να μιλάνε για αυτά που βιώνουν, χρειάζεται να επιμορφώσουμε και να διαμορφώσουμε και μια κοινωνία έτοιμη να ακούσει. Παρατηρητές έτοιμους να υποστηρίξουν το θύμα και να λειτουργήσουν ως δίχτυ προστασίας. Πάντοτε στο χέρι των θεατών είναι το να ενδυναμώσουν ή να αποδυναμώσουν τον θύτη με τη στάση τους. Κι αυτή η στάση πάλι από μικρή ηλικία καλλιεργείται. Οι σημερινοί απαθείς μαθητές απέναντι σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, θα είναι οι αυριανοί απαθείς πολίτες σε περιστατικά εργασιακού εκφοβισμού».

Καταλήγοντας, τονίζει ότι «τα τελευταία γεγονότα όμως έχουν αποδείξει ότι η κοινωνία ήταν έτοιμη. Ήταν έτοιμη να δει, να ακούσει, να αισθανθεί και να ενισχύσει τα θύματα. Μία και μόνο κατάθεση ψυχής η οποία εισακούστηκε και βρήκε στήριξη ήταν αρκετή για να βρουν το κουράγιο κι άλλα θύματα να μιλήσουν. Να βγάλουν από μέσα τους όσα για τόσα χρόνια τους πονούσαν και τους ταλαιπωρούσαν σώμα και ψυχή.

Τα θύματα χρειάζεται πια να μιλάνε. Το πρώτο βήμα έχει γίνει. Και ήταν δυνατό. Προκάλεσε σεισμό, αλλά μέσα από τα συντρίμια έβαλε τις βάσεις. Έβαλε τις βάσεις όχι μόνο για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού, αλλά και για την πρόληψή του. Απέδειξε περίτρανα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν πρέπει και δεν θα είναι στο εξής αποδεκτές. Διασφάλισε ότι το θύμα δεν πρέπει να νιώθει -και στο εξής δεν θα είναι- μόνο».